Σε τούτη την παράγραφο και σε όλο το έργο του Χάιντεγκερ "Είναι και Χρόνος" η νοητή γραμμή που διέπει την όλη φιλοσοφική διερώτηση εξακολουθεί να είναι το ερώτημα για το Είναι. Στις προηγούμενες παραγράφους ο φιλόσοφος επιχείρησε να εστιάσει την προσοχή μας στη θεμιτή ύπαρξη της δυνατότητας να θέτουμε το ερώτημα για το νόημα του Είναι. Η ύπαρξη της δυνατότητας αυτής αντλείται από το γεγονός ότι εντοπίσαμε ένα κατάλληλο ον για την εν λόγω ερωτηματοθεσία, το Dasein. Το ερώτημα όμως τούτο γεννά και άλλα ερωτήματα: μήπως είναι περιττό το ερώτημα για το νόημα του Είναι; Γιατί θα πρέπει να μας ενδιαφέρει το «νόημα του Είναι» κ.ά.;
Ένα είδος αναγκαιότητας της συγκεκριμένης ερωτηματοθεσίας προκύπτει για τον Χάιντεγκερ από την κρίση των επιστημών, μια κρίση για την οποία είχε ήδη μιλήσει πρωτύτερα ο δάσκαλός του, ο Χούσερλ. Σε τι συνίσταται αυτή η κρίση; Θα μπορούσε κανείς να τη συνοψίσει ως εξής: ενώ οι επιστήμες, μαζί και τα ερευνητικά τους αποτελέσματα, ασκούν πάντοτε πολύ μεγάλη επιρροή στον κόσμο, εν τούτοις μας προσφέρουν πολύ λίγες δυνατότητες προσανατολισμού μέσα σε τούτο τον κόσμο. Αυτό που διαπιστώνει ο Χάιντεγκερ για τις επιστήμες, εύκολα το βλέπουμε να λαμβάνει χώρα και σε άλλες περιοχές, όπως για παράδειγμα στην πολιτική. Εξάλλου, και η πολιτική ανήκει στις εμπράγματες περιοχές, για τις οποίες κάνει λόγο ο φιλόσοφος στο "Είναι και Χρόνος".
Στην πολιτική το πράγμα ίσως να επαναλαμβάνεται ως κωμωδία: η εμπράγματη πολιτική και οι πολιτικοί είναι εγκατεστημένοι στον κόσμο, αλλά σε ευθεία αναλογία με την ανικανότητά τους να χαράσσουν προσανατολισμό μέσα στον κόσμο και για τον κόσμο: η κρίση των επιστημών είναι κρίση και των άλλων εμπράγματων περιοχών. Αυτή όμως η κρίση μπορεί να ιδωθεί και ως προοπτική ενός νέου διαλογισμού πάνω στα θεμελιώδη ερωτήματα που είναι θαμμένα μέσα στη λειτουργία των επιστημών. Τούτο κατανοείται ως εξής: όσο μέσα στις επιστήμες βρίσκεται θαμμένο το θεμελιώδες ερώτημα για το Είναι, τόσο μέσα από την κρίση των επιστημών αναδύεται με ένταση το ερώτημα για το νόημα του Είναι.
Τι συμβαίνει αλήθεια εδώ; Κάθε θετική επιστήμη, κατά την ερευνητική της δραστηριότητα, φτάνει σε ένα τέτοιο επίπεδο θεμελίωσης των εννοιών της, ώστε αυτό να μην καθορίζεται περαιτέρω παρά από τον βαθμό που η ίδια η επιστήμη είναι ικανή να εκθέτει τον εαυτό της σε μια κρίση των θεμελιωδών εννοιών της. Ας σημειώσουμε παρεκβατικά ότι τέτοιες έννοιες μπορεί να είναι, ας πούμε, στη βιολογία η έννοια της ζωής, στη θεολογία η έννοια της πίστης, στην κοινωνιολογία η έννοια της κοινωνίας, στη φυσική εκείνη της κίνησης, του χρόνου, του χώρου, της ύλης και παρόμοια αντίστοιχες στις άλλες επιστήμες. Πρόκειται για έννοιες που τελούν σε ουσιαστική σχέση με αυτό τούτο το Είναι αλλά και με το Dasein του ανθρώπου.
Γιατί είναι αναγκαίο η επιστήμη να εκτίθεται σε κρίση; Επειδή πρέπει κατ' ανάγκη να προχωρεί την έρευνα πάνω σε νέα θεμέλια, έτσι ώστε να μην κλονίζεται η σχέση ανάμεσα στο ερευνητικό ερωτάν των θετικών επιστημών και στα προς έρευνα πράγματα. Τη στιγμή όμως που υπάρχει ένας τέτοιος κλονισμός και που συγχρόνως αφυπνίζεται η τάση ερευνητικής προχώρησης πάνω σε νέα θεμέλια, αποδεικνύεται πως το υπάρχον εννοιολογικό θεμέλιο των επί μέρους επιστημών υπόκειται σε κρίση. Με δεδομένο ότι το εννοιολογικό θεμέλιο παραπέμπει στη θεμελιώδη δόμηση, διάρθρωση της περιοχής του προς έρευνα αντικειμένου, η κρίση του εννοιολογικού θεμελίου συνιστά κρίση του οντολογικού θεμελίου της επιστήμης.
Έτσι έρχεται ξαφνικά στο προσκήνιο ένα είδος οντολογικού σκέπτεσθαι με κύριο έργο τη μέριμνα γύρω από τα εννοιολογικά θεμέλια των επιστημών. Οντολογικό σκέπτεσθαι ωστόσο σημαίνει πάντοτε το σκέπτεσθαι που προσδιορίζει το Είναι αυτού τούτου του όντος. Επομένως, εάν αυτό το σκέπτεσθαι παραβλέψει το ερώτημα για το νόημα του Είναι ως τέτοιου, τότε η ως άνω μέριμνα είναι χωρίς κριτήρια, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη κάθε απριορική έρευνα των ως άνω θεμελίων, αδύνατη κάθε ερμήνευση και κατανόηση των όντων ως προς τη θεμελιώδη σύσταση του Είναι τους.
Η οντολογική προτεραιότητα του ερωτήματος για το Είναι, ως προκύπτει, είναι προϋπόθεση για να γίνεται επεξεργάσιμη η προ-βαίνουσα [=η βαίνουσα πριν από κάθε άλλο (produktive)] Λογική των επιστημών , δηλαδή η Λογική που προ-βαίνει, ήτοι προ-ηγείται, ηγείται ολόπρωτα της μέριμνας για τη διάνοιξη της οδού στη δύσβατη κατανόηση του Είναι. Το ερώτημα, ως εκ τούτου, για το νόημα του Είναι δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να μην παραμένει τυφλή και διεστραμμένη οποιαδήποτε οντολογική δυνατότητα –είτε των επιστημών είτε της παραδοσιακής οντολογίας– κατανόησης του Είναι ως Είναι.
Θα μιλήσουμε για τη θεμελιώδη οντολογική ανάλυση του Dasein. Προκαταρκτικά διευκρινίζουμε: παρά τις ως τώρα αποδόσεις του Dasein στα ελληνικά ως εδωνά-Είναι, ώδε-Είναι, παρείναι, Παρών κ.ά. το διατηρούμε αμετάφραστο, γιατί η μεταφραστική του ακρίβεια παραμένει πάντα το ζητούμενο. Πάντως είναι πλέον σαφές πως με τον όρο Dasein ο Χάιντεγκερ θέλει να δηλώσει τον τρόπο του ανθρώπου να είναι και πως σε τούτο τον οντολογικό τρόπο αντιστοιχεί οντολογική κατανόηση. Ευθύς εξαρχής, στην παρούσα παράγραφο, ο γερμανός φιλόσοφος αποσαφηνίζει πως το ον που πρόκειται να απασχολήσει τη συγκεκριμένη ανάλυση «είμαστε εμείς οι ίδιοι». Εμείς, το «εκάστοτε 'εγώ'», δηλαδή ο άνθρωπος –που το Είναι του, μοιραία, είναι «εκάστοτε δικό του»– δεν είναι άσχετος προς το Είναι. Γιατί δεν είναι άσχετος προς το Είναι ως τέτοιο; Επειδή αυτός –στον ιδιάζοντα στην ουσία του προσδιορισμό του– ως Dasein, δεν είναι ένα από τα πολλά όντα, που απλώς λαμβάνει/ουν χώρα, που απλώς έρχεται/ονται τυχαία ενώπιον εαυτού και άλλων (vor-kommt), αλλά είναι εκείνο το ον που μέσα στο Είναι του ενδιαφέρεται για αυτό τούτο το Είναι. Επομένως, η επιδιωκόμενη ανάλυση μπορεί να προχωρήσει, εφόσον πρώτα-πρώτα συγκεντρώσει την προσοχή της σε ορισμένα, μεταξύ των άλλων, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εν λόγω Dasein έναντι των υπολοίπων όντων.
Πρώτο χαρακτηριστικό: Η ύπαρξη υπερέχει συγκριτικά με την ουσία. Πώς προκύπτει υπεροχή της ύπαρξης έναντι της ουσίας; Από το γεγονός ότι το Dasein μέσα στο Είναι του ήδη κατανοεί, εκ πρώτης όψεως, τούτο το Είναι ως ύπαρξή του (Existenz), κατανοεί δηλαδή ότι βρίσκεται μέσα στο Είναι εν γένει. Αυτή λοιπόν η ύπαρξή του συνιστά την ουσία του ή, με άλλα λόγια, η ουσία του έγκειται στο «προς Είναι» του, στο να κατανοεί ότι αυτό είναι ό,τι είναι το Είναι του, ότι υπάρχει ως το Είναι του. Ο όρος όμως ύπαρξη (Existenz), σπεύδει να διασαφήσει ο φιλόσοφος, διαφέρει θεμελιακά από την ως τώρα παραδοσιακή του χρήση. Παραδοσιακά σημαίνει παρεύρεση (Vorhandensein). Το Dasein ωστόσο δεν μπορεί να υπάρχει ως ένα τέτοιο είδος του Είναι, ως το ένα ή το άλλο τυχαίο αντικείμενο, δεν είναι κάτι το παρευρισκόμενο. Προσδιορισμός της δομής του Dasein σημαίνει ανάλυση της ύπαρξης: το Dasein μπορεί μόνο να προσβλέπει στην κατανόηση των τρόπων, με τους οποίους υφίσταται ως ύπαρξη. Συνεπώς, η ανάλυση της ύπαρξης προϋποθέτει και συγχρόνως παραπέμπει στην αναγκαιότητα να ερμηνεύονται οι τρόποι, με τους οποίους το ίδιο ενδιαφέρεται για τον εαυτό του και για το Είναι του.
Πώς μπορεί να θεμελιώνεται μια τέτοια ανάλυση; Με βάση το δεύτερο χαρακτηριστικό του Dasein: το «εκάστοτε δικό μου», η «εκάστοτε δικότητά μου (Jemeinigkeit)». Τι σημαίνει τούτο πιο ειδικά; Ότι η κατανόηση του Dasein, η ερμηνευτική των ως άνω τρόπων είναι υπόθεση αυτού του ίδιου και όχι οποιουδήποτε έξωθεν εξηγητικού μοντέλου, οποιασδήποτε ανάλυσης, στηριζόμενης μόνο σε δεδομένα ή φαινόμενα που δεν εγγίζουν το Dasein, που του είναι εντελώς-παντελώς ξένα και αλλότρια. Δεν μπορεί ο καθένας, τονίζει εδώ εμφατικά ο Χάιντεγκερ, να «τρυπώνει» σε γενικές και αφηρημένες εξηγήσεις ή επεξηγήσεις για ένα άλλο Dasein, χωρώντας έξω από το δικό του, δηλαδή χωρίς πρωτίστως να μεριμνά, να νοιάζεται για το δικό του, για τον τρόπο της δικής του ύπαρξης. Νοιάζομαι για το δικό μου Είναι σημαίνει ότι σκέπτομαι το Είναι μέσω του δικού μου και το δικό μου μέσω της ανταπόκρισής μου, ως ύπαρξης, στην κλήση αυτού του Είναι και μέσω της ανάκλασής μου, της επι-στροφής μου, ως ύπαρξης, σε αυτό που σκέπτομαι ότι είναι, ότι υπάρχει ως Είναι. Αυτές και μόνο οι προτάσεις του Χάιντεγκερ αρκούν για να αποκαλύπτουν τα υποχθόνια θεμέλια και τα διάτρητα μυαλά των καθεστωτικών πάσης φύσεως: οι «ευρυμαθείς» τούτοι «εκ-πρόσωποι» του Dasein ενός ολόκληρου λαού, αγκυλωμένοι σε μεθόδους και σχήματα λόγου της λίθινης εποχής, της θεολογικο-μεταφυσικής παράδοσης λέει ο Χάιντεγκερ, εννοούν να «σκέπτονται» το παρόν και το μέλλον του Dasein για λογαριασμό των άλλων, χωρίς καν να σκεφτούν, έστω μερικώς, την ερμήνευση και ανόρθωση του Dasein για λογαριασμό του ανύπαρκτου εαυτού τους.
Όταν λοιπόν τέτοιοι άνθρωποι «σκέπτονται» με εισαγωγικά, μόνο και μόνο προορίζονται να καταβροχθίζουν το Dasein του λαού, την αυθεντική λαϊκή κοινότητα (Volksgemeinschaft) κατά το πρότυπο της αρχαίας ελληνικής τοιαύτης, όπως γράφει ο φιλόσοφος σε μεταγενέστερα γραπτά του. Ακριβώς επειδή το Dasein δεν χορηγείται, δεν δωρίζεται από καμιά επίγεια ή επουράνια δύναμη, πρέπει να απευθυνόμαστε σε αυτό συγκεκριμένα: με την «προσωπική αντωνυμία πάντοτε εγώ είμαι, εσύ είσαι». Μια τέτοια απεύθυνση, εν τούτοις, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να νοείται ως μια ψυχολογική ή ψυχική ενδοσκόπηση του εαυτού μας, σύμφωνα με τους ιλαροτραγικούς ισχυρισμούς ορισμένων καθεστωτικών διανοουμένων, ή ως μια σολιψιστική περιχαράκωση στο Εγώ μας. Απεναντίας είναι απεύθυνση προς το ίδιο το Dasein, προς «την πιο δική του δυνατότητα». Δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, μια γενική «ουσία» του Dasein που διαμεσολαβεί όλες τις μορφές ή κατηγορίες του ούτε, ακριβώς εξ αντιθέτου, κάποιες υπαρκτές ιδιότητές του που μπορούμε να περιγράψουμε. Υπάρχει μόνο η ιδιάζουσα σε αυτό, ως τέτοιο, οντολογική του δυνατότητα ή οντολογικές του δυνατότητες να είναι αυθεντικό ή αναυθεντικό. Οι δύο τούτοι τρόποι της ρεαλιστικής ύπαρξης του Dasein δεν ερευνώνται χωριστά ή απλώς ως αλληλοαποκλειόμενοι τρόποι, αλλά ως δύο όψεις του οντολογικού τρόπου ύπαρξης του Dasein στο σύνολό του.
Οντολογικός τρόπος για το Dasein σημαίνει: κατά πόσο εστιάζει την προσοχή του, την έγνοια του στον εαυτό του, στο Είναι (του) ή όχι; Κατά πόσο δηλαδή είναι εντός της εστίας του ή είναι ανέστιο; Όταν όμως αυτό δεν είναι κάτι το παρευρισκόμενο, όπως προαναφέραμε, πώς θα μπορούσε να αναλυθεί, να περιγραφεί, να κατανοηθεί; Πρέπει να το περιγράφουμε, να το αναλύουμε, να το προσλαμβάνουμε στην ερμηνευτική μας έτσι όπως συναπαντάται στον κόσμο, δηλαδή με τον τρόπο που η ύπαρξή του ξετυλίγεται μέσα στην αδιαφοροποίητη κυρίως καθημερινότητα (indifferente Alltäglichkeit), μέσα σε έναν κόσμο που δεν τον έχει εκ των προτέρων το ίδιο θεματοποιήσει. Τούτο υποδηλώνει ότι δεν «θα οικοδομήσουμε το Dasein με βάση κάποια συγκεκριμένη πιθανή ιδέα περί ύπαρξης», αλλά «με βάση την υπαρκτικότητα της ύπαρξής του (aus der Existenzialität seiner Existenz)». Η δομή αυτής της υπαρκτικότητας ενυπάρχει ήδη τόσο μέσα στο αυθεντικό ή αναυθεντικό όσο και μέσα στην καθημερινότητα. Μέσα εδώ είναι παρόν το «οντικά εγγύτατο», μια οικεία φυσικότητα και κανονικότητα. Συναφώς, ό,τι είναι οντικά εγγύτατο, οντολογικά για μας, εφόσον μετα-στοχαζόμαστε με βάση δυνατούς τρόπους ύπαρξης, είναι το «έσχατα μακρινό». Όθεν, ό,τι έρχεται στο Είναι οντικά, απηχεί θολές προσεγγίσεις των ως άνω δομών, αναλογικά τίθεται κάθε φορά η αναγκαιότητα για πιο καθαρές, σαφείς, ευδιάκριτες δομές στη βάση οντολογικών κατανοήσεων.
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών